Ναός Γέννησης της Θεοτόκου Κασσάνδρειας

Αφιερωμένη στη μνήμη της Γέννησης της Θεοτόκου η εκκλησία της Βάλτας(Κασσάνδρειας) γινόταν σ’ αυτή πανήγυρη από τα παλιότερα χρόνια και γίνεται και τώρα, κατά τη μέρα της γιορτής της Γέννησης της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου). Από πληροφορίες που έχουμε, στη θέση της εκκλησίας και πριν απ’ την καταστροφή του 1821 ήταν μικρότερη και είχε μάκρος όσο τα 2/3 του μάκρους της σημερινής. Ξανακτίστηκε κατά τη δεκαετία του 1860 χωρίς νάρθηκα κι αργότερα κι ίσως κατά την ίδια δεκαετία, κτίστηκε και νάρθηκας με τοξοειδή ανοίγματα. Στα μετά το 1920 χρόνια, κλείστηκαν τα τοξοειδή ανοίγματα του νάρθηκα για επέκταση του εσωτερικού χώρου της κι αργότερα πάνω απ’ την είσοδο της φτιάχτηκε μεγάλο οριζόντιο στέγαστρο που αποτέλεσε επέκταση μαζί και εξώστη του γυναικωνίτη της.

Κατά τα μετά από το κτίσιμο της εκκλησιάς χρόνια, κτίστηκε και το περιτείχισμα του έξω απ’ αυτή χώρου της καθώς και το καμπαναριό της, του οποίου το κάτω μέρος αποτελεί τοξοειδή είσοδο στο προαύλιο της εκκλησιάς. Δίπλα απ’ την πρόσοψη της εκκλησίας και δεξιά της, κτίστηκε πιθανότατα κατά το 1904 ή 1905 μικρό ανώγειο οίκημα το «κελλί» ή «Νηπιαγωγείο» το οποίο νόμιμα ανήκει στο Σχολικό Ταμείο του Δημοτικού σχολείου.

Οι Ηπειρώτες κτίστες που έκτισαν την εκκλησιά, έκαναν πολύ καλή δουλειά. Κατά πληροφορία, στο τέλος δεν «έβγαιναν» (δεν κάλυπταν με την αμοιβή τους τα έξοδα τους)- κι αναγκάστηκαν να πουλήσουν δυο μουλάρια τους, να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα έξοδα, για να φύγουν για την Ήπειρο.

Στο μεταβυζαντινό ναό της Γεννήσεως Θεοτόκου Κασσάνδρειας βρίσκεται εντοιχισμένο, στην δυτική πύλη του ναού, ένα παλαιοχριστιανικό μαρμάρινο τόξο του 5ου αιώνα μ.Χ.

Η κυρτή επιφάνεια του τόξου και το εσωράχιο κοσμούνται από διάτρητους φυτικούς έλικες, που πλαισιώνονται από λέσβιο κυμάτιο. Το πάνω μέρος στέφεται από ιωνικό κυμάτιο, ενώ στις γωνίες παριστάνονται ιπτάμενοι άγγελοι με πρόσωπο στραμμένο προς τον θεατή. Ο φυτικός διάκοσμος του μετώπου είναι εξαιρετικά πυκνός, και αποτελείται από κύκλους φοινικοειδών που περικλείουν ζώα σε προτομή, ενώ ανάμεσα στους κύκλους συμπλέκονται κλαδιά που περιβάλουν ζώα και πτηνά έντονα κινημένα. Έντονη είναι η οπτική εντύπωση της φωτοσκίασης που δίνεται από την πυκνότητα, τη ζωηρή κίνηση και την αφαίρεση του βάθους. Στη διακόσμηση του εσωραχίου ακολουθείται η ίδια διάτρητη τεχνική. Εδώ έχουμε κληματίδα που σχηματίζει συνδεόμενους κύκλους, που εναλλάξ περιέχουν οδοντωτά κληματόφυλλα και τσαμπιά σταφυλιών.

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, το τόξο αυτό προέρχεται από την κωμόπολη Πίνακα. Πίνακας ή Πόρτες ήταν η παλαιότερη ονομασία της θέσης της αρχαίας Ποτίδαιας και της Κασσάνδρειας, όπου αργότερα ιδρύθηκε το προσφυγικό χωριό Νέα Ποτίδαια. Η αρχαία Κασσάνδρεια προφανώς διατηρεί τη σημασία της κατά τους χριστιανικούς χρόνους αφού γίνεται έδρα επισκόπου. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, το 540 οι Ούννοι κατέστρεψαν την Κασσάνδρεια, μαζί με όλη σχεδόν την βόρεια Ελλάδα φτάνοντας μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Οι αρχαιολογικές πληροφορίες για την παλαιοχριστιανική Κασσάνδρεια, επισκοπική έδρα και τειχισμένη πόλη, είναι σχεδόν ανύπαρκτες, με εξαίρεση το διατείχισμα, δηλαδή το τείχος που είναι σήμερα ορατό στην νότια όχθη της διώρυγας. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή θέση της (πρέπει να αποτελούσε πάντως συνέχεια της ρωμαϊκής πόλης) ούτε και την έκτασή της. Το γεγονός ότι ήταν επισκοπική έδρα σημαίνει ότι πρέπει να είχε τουλάχιστον ένα ναό: τον επισκοπικό. Κατά μία πληροφορία, το τοξωτό πλαίσιο που προέρχεται από τον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και βρίσκεται σήμερα εντοιχισμένο στο υπέρθυρο της εισόδου του ναού της Παναγίας της σημερινής Κασσάνδρειας, προέρχεται από την περιοχή της σημερινής Νέας Ποτίδαιας.

Η αρχική προέλευση πάντως του τόξου είναι από το ναό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Ένα ακριβώς όμοιο τόξο προερχόμενο από αυτόν το ναό βρίσκεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού και παλιότερα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Το δεύτερο αυτό τόξο είναι αμφίγλυφο, όπως είναι και το τόξο της Κασσάνδρειας. Η άλλη πλευρά έχει ανάλογη εκτέλεση με την πλευρά που περιγράψαμε ήδη, μόνον που ο διάκοσμός της δεν είναι τόσο πυκνός και οι γωνίες πληρούνται με παγώνια αντί αγγέλων. Εντυπωσιακές όμως είναι οι ομοιότητες μεταξύ των δύο τόξων και του λεγάμενου μικρού τόξου της Αψίδας του Γαλερίου(Καμάρα Θεσσαλονίκης), όπου εικονίζονται ο Γαλέριος και η προσωποποίηση της Θεσσαλονίκης. Φαίνεται πως τα δύο τόξα του Αγίου Δημητρίου αντιγράφουν το μικρό τόξο του Γαλερίου, αποδεικνύοντας έτσι την ύπαρξη στην πόλη μιας μακράς γλυπτικής παράδοσης.

Τα τόξα του Αγίου Δημητρίου μπορούν ακόμη να συγκριθούν με τον άμβωνα της Ροτόντας, και να τοποθετηθούν έτσι στο πρώτο μισό του τετάρτου αιώνα, χρονολόγηση που ταιριάζει με την χρονολόγηση του πρώτου ναού του Αγίου Δημητρίου.Σύμφωνα με την αποκατάσταση των Γ. και Μαρίας Σωτηρίου, τα ανάγλυφα τόξα πρέπει να ήταν τρία, και προφανώς όλα όμοια μεταξύ τους. Ήταν τοποθετημένα στην ανωδομή ενός φράγματος που έφρασσε τον χώρο μεταξύ των ανατολικών και δυτικών πεσσών του ιερού Βήματος, το άνοιγμα δηλαδή των μεγάλων τόξων που χωρίζουν τον ακριβώς μπροστά την αψίδα χώρο από τα πτερύγια. Έτσι ερμηνεύεται και η διπλή όψη των τόξων.