Μονή Εσφιγμένου

Η Μονή Εσφιγμένου είναι μια από τις 20 μονές του Αγίου Όρους, 18η στην ιεραρχία των Αγιορείτικων Μονών. Η Ιερά Μονή Εσφιγμένου είναι παραθαλάσσια και βρίσκεται βόρεια και ανατολικά της Αθωνικής χερσονήσου.

Με το όνομα Μονή του Εσφιγμένου υπήρχε ήδη Μονή από τον 10ο αιώνα και φαίνεται ότι βρισκόταν σε ακμή. Σύμφωνα βέβαια με την παράδοση το μοναστήρι ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία (408-450) και πολλοί από τους ιδρυτές μοναχούς προέρχονταν από το αρχικό μοναστήρι που είχε καταστραφεί από κατολίσθηση. Κατά τον 14ο αιώνα ηγούμενος του μοναστηριού είχε αναδειχθεί ο Γρηγόριος Παλαμάς. Επίσης εγκαταβίωσε σ’ αυτό για κάποιο διάστημα ο Πατριάρχης Αθανάσιος Α΄. Ερημώθηκε πολλές φορές από πειρατικές επιδρομές, κυρίως εκ των Αγαρηνών, αλλά απέκτησε σημαντική δύναμη μετά τον 18ο αιώνα. Το καθολικό κτίστηκε το 1810 στη θέση παλαιότερου ναού που κατεδαφίστηκε, ενώ η τοιχογράφηση έγινε από τους Γαλατσάνους ζωγράφους το 1811 και 1818. Το μοναστήρι κατελήφθη από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του 1821, όπου υπέστη από τους εισβολείς μεγάλες καταστροφές και το μεγαλύτερο μέρος της αδελφότητας εκτελέστηκε ή αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει. Παλιότερο κτίριο της Μονής είναι η τράπεζα που διατηρεί τοιχογραφίες του 16ου-17ου αιώνα.

Εκτός από το καθολικό και την τράπεζα η Μονή διαθέτει μια πολύ καλή συλλογή βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων, από τις οποίες ξεχωρίζει η ψηφιδωτή εικόνα του Χριστού. Η βιβλιοθήκη περιλαμβάνει πολλά και σπάνια χειρόγραφα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το υπ’ αριθμόν 14 για τις σπάνιες μικρογραφίες του.

Μετά τη συνάντηση του πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ στην Ιερουσαλήμ το 1965 οι μοναχοί της Εσφιγμένου έπαψαν να μνημονεύουν τον Πατριάρχη και το 1972 αποχώρησαν από την Ιερά Κοινότητα, το ανώτατο διοικητικό όργανο της αθωνικής πολιτείας και διέκοψαν την επικοινωνία με τις υπόλοιπες αγιορείτικες μονές και τις ορθόδοξες εκκλησίες, αποδεχόμενοι ως κεφαλή τον παλαιοημερολογίτη αρχιεπίσκοπο Αυξέντιο, συστήνοντας ό,τι ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Όρους (Κ.Χ.Α.Ο.) περιγράφει ως «απηγορευμένη αδελφότητα».

Οι διαμένοντες στη μονή θεωρούνται σχισματικοί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από κάθε τοπική ορθόδοξη Εκκλησία και Πατριαρχείο. Το 2002 εξελέγη από την Ιερά Κοινότητα μια νέα αδελφότητα για να επανδρώσει το μοναστήρι, αλλά δεν έχει σταθεί δυνατόν ακόμη να εισέλθει σ’ αυτό, λόγω της συνεχιζόμενης κατάληψης, και εγκαταβιεί προσωρινά στις Καρυές.

Η χαρακτηρισμένη ως «σχισματική» και «παράνομη» αδελφότητα, η οποία κατοικεί στο βασικό κτήριο της μονής, αποτελείται από περίπου 107 παλαιοημερολογίτες μοναχούς. Επικεφαλής της μη αναγνωριζόμενης αυτής ομάδας που διαμένει εντός της μονής είναι από το 1999 είναι ο κ. Μεθόδιος Παπαλαμπρακόπουλος, ο οποίος έχει επισήμως καθαιρεθεί παντός ιερατικού βαθμού και εκκρεμεί η υλοποίηση απέλασής του από το Άγιον Όρος.

Στη Μονή αυτή αξίζει να δουν οι επισκέπτες το καθολικό με τις τοιχογραφίες των Γαλατσάνων ζωγράφων (1811), στο σκευοφυλάκιο τμήμα της σκηνής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και στην ιστορική βιβλιοθήκη της Μονής τα σπάνια εικονογραφημένα χειρόγραφα.

Σύμφωνα με καταδικαστικές για τους καταληψίες αποφάσεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης, η τύχη των κειμηλίων, του αρχείου και εν γένει της κατάστασης της μονής αγνοείται, καθώς οι καταληψίες παρανόμως εμποδίζουν την είσοδο στη μονή εκπροσώπων της αρμόδιας 10ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.