Βάβδος

LocationΒάβδος

Ο Βάβδος ( η Βάβδος κατά άλλους – που προέκυψε όταν ξένοι άκουγαν τους ντόπιους να αναφέρονται στο χωριό σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο όπου το αρσενικό άρθρο ταυτίζεται φωνολογικά με το θηλυκό) είναι οικισμός της Δημοτικής ενότητας Ανθεμούντα, του Δήμου Πολυγύρου. Είναι χωριό χτισμένο αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού Βίγλα σε υψόμετρο 938 μέτρων από το επίπεδο της θάλασσας. Κατά την πληθυσμιακή απογραφή του 2011 βρέθηκαν 391 κάτοικοι. Στην κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται ένας τεράστιος πλάτανος, που είναι από τους μεγαλύτερους σε επίπεδο νομού και το 1976 κηρύχθηκε διατηρητέο φυσικό μνημείο. Στο χωριό βρέθηκε και το μεγαλύτερο κοίτασμα λευκολίθου της Ελλάδας. Επί σειράς ετών λειτουργούσαν μεταλλωρυχεία. Εξαιτίας του πολύ καλού κλίματος του χωριού, για πολλά χρόνια υπήρξε αποθεραπευτικό κέντρο.

Οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την γεωργία, τη μελισσοκομία και αρκετοί εργάζονται σε γειτονικά μεταλλωρυχεία λευκολίθου. Το μεγαλύτερο κοίτασμα λευκολίθου της Ελλάδας βρέθηκε στο χωριό. Έπειτα από το κλείσιμο του μεταλλείου την προηγούμενη δεκαετία, καταβάλλονται προσπάθειες για επαναλειτουργία του.

Στο Βάβδο μπορεί κανείς να συναντήσει παραδοσιακά μικρά σπίτια, κτισμένα αμφιθεατρικά στην πλαγιά του βουνού, με υψηλότερη κορυφή τον »Προφήτη Ηλία», σε υψόμετρο 1.050μ., όπου βρίσκεται και το ομώνυμο εκκλησάκι, με μοναδική θέα στον κάμπο «(τα)Κεραμαριά» και τις ακτές της Χαλκιδικής. Στο κτίριο του νηπιαγωγείου λειτουργεί και λαογραφικό μουσείο με εκθέματα από την καθημερινή ζωή των κατοίκων του χωριού του προηγούμενου, ακόμη, αιώνα.

Η ονομασία του χωριού πιθανότατα οφείλεται σε Ρωμαίο χιλίαρχο, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην περιοχή περίπου στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Οι αρχαιότερες πηγές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του χωριού και την κατοίκηση του ανάγονται στο 14ο αιώνα. Στο ναό του χωριού, στο Ιερό Βήμα, έχει τοποθετηθεί άμβωνας από μάρμαρο με ανάγλυφες παραστάσεις. Φαίνεται ότι ήταν έργο του 5ου αιώνα μ.Χ. που πιθανότατα βρισκόταν σε παλαιοχριστιανική εκκλησία. Το 1821, το χωριό καταστράφηκε και κάηκε από τους Τούρκους.

Ως ένα από τα Μαντεμοχώρια, γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση που οφειλόταν στα μεταλλεία αργύρου και μολύβδου που υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή των Μαντεμοχωρίων. Oι κάτοικοι των χωριών αυτών εξόρυσσαν από το Στρατωνικό Ορος κυρίως (τον Αργυρόλοφο) ασήμι και μόλυβδο για το σουλτάνο. Οι κάτοικοί των Μαντεμοχωρίων, λοιπόν, ήταν μεταλλωρύχοι και πολύ καλοί μεταλλουργοί. Οι Μαντεμοχωρίτες, εκτός από τα υπόλοιπα προνόμια, απολάμβαναν και μια σχετική αυτοδιοίκηση (υπήρχε βέβαια ο τούρκος αγάς, ο οποίος όμως μόνο επέβλεπε) και είχαν φτιάξει κάτι σαν ομοσπονδία την οποία διοικούσαν οι δώδεκα βεκίληδες. Κι όμως, παρότι από τον 19ο αιώνα τα μεταλλεία είχαν φτωχύνει και η παραγωγή τους ήταν λιγοστή, οι Έλληνες συνέχισαν να δίνουν ασήμι στον σουλτάνο για να απολαμβάνουν τον εκπληκτικό φορολογικό και διοικητικό παράδεισο που είχε ο «μουκατάς» τους και να βγάζουν από τα χωράφια τους περισσότερους θησαυρούς από όσους έβγαζαν οι στοές τους. Έτσι, τα Μαντεμοχώρια συνέχισαν να πλουτίζουν και να ακμάζουν, όχι από τα μεταλλεία αλλά από τα χωράφια, τα κοπάδια, το εμπόριο και τις μικρές βιοτεχνίες (ταπητουργίες, υφαντήρια, κεραμουργεία κ.λπ.). Οι κάτοικοι της Βάβδου συμμετείχαν στην επανάσταση του 1821. Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο Ραφαήλ Βασιλικός, ο Θωμάς Αβραάμ Ξυνιάς, ο Αυγερινός Αβραάμ, ο Νικόλαος Δημητρίου, ο Εμμανουήλ Δημητρίου, καθώς και οι οπλαρχηγοί Δημήτριος Αργυρίου, Παύλος Χαλάτης, Θεολόγος Τουρλάκης και Αυγερινός Καραγιάννης.